ξηροπυρίτης ἄρτος Save Bailly 2024 Pape ξηρο·πυρίτης ἄρτος (ὁ) [ῡῑ] pain de pur froment, Ath. 114c. Étym. ξ. πυρός. ξηροπυρίτης ἄρτος, [ῡρῑ], = αὐτοπυρίας, Ath. III.114c.